Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2006

Άγνωστο

Φόρεσε το μαύρο ριχτό σατέν φόρεμα της, έβαψε ολοκόκκινα τα χείλια της, ίσιωσε το μακρύ μαύρο μαλλί της, φόρεσε τη καμπαρντίνα της και βγήκε. Σε μισή ώρα ήταν το ραντεβού της. Δεν ήξερε ποιος είναι και τι κάνει. Ήξερε μόνο το ερωτικό του θέματος. Της είχε υποσχεθεί μια ατελείωτη βραδιά πάθους και μοναδικών οργασμών.

Σε όλη τη διαδρομή με το αμάξι τη θυμόταν τη γνωριμία τους. Στην αρχή νόμισε ότι την πλησίασε γιατί την ήθελε ο ίδιος για εκείνη. Ένας άντρας όπως θα τον ήθελε. ΜΕ γλυκιά τρυφερή συνάμα αντρική φωνή. Την έβαλε όμως στην αναμονή και σε ραντεβού. Την περίμενε μια έκπληξη της είχε πει. Δε της φάνει παράξενη η πρόταση του καθώς το σκοτεινό μέρος που είχαν βρεθεί παρέπεμπε σε ανθρώπους που θα λάτρευαν περιπέτειες σαν της soft εκδόσεις της ζυστίν.

Μια λιμουζίνα την περίμενε στο σημείο συνάντησης. Αυτό ήταν κάτι που δε το περίμενε. Μόλις κατέβηκε από το αμάξι εμφανίστηκε και εκείνος. Μίλησαν ελάχιστα. Ένας σύντομος χαιρετισμός. Έβγαλε από το πέτο του ένα μεταξωτό μαύρο μαντίλι. «Γύρισε σε παρακαλώ» της είπε. Πέρασε το μαντήλι στα μάτια της και το έδεσε σφιχτά. Την φόβισε το δέσιμο των ματιών, άλλωστε δεν ήξερε κανένα από πριν. Την οδήγησε στο αμάξι. Κάθισε στα αναπαυτικά καθίσματα. Της πρόσφερε ένα ποτό. Στην αρχή της φάνηκε γέλιο μιας και θα ήταν δύσκολο να το πιει. Κάθισε όμως εκείνος δίπλα της και την καθοδηγούσε. Μύριζε τόσο υπέροχα που σχεδόν την άναβε.

Στο μυαλό της γυρνούσαν όλα τα ερωτήματα για το που πάνε που βρίσκονται. Προσπαθούσε να μαντέψει το δρόμο από της στροφές του αυτοκίνητου. Έχοντας κλειστά τα μάτια έδωσε περισσότερο σημασία στις άλλες της αισθήσεις. Στα μπροστινά καθίσματα πρέπει να ήταν άλλοι δυο. Άκουγε τα γέλια τους αραιά και που. Δε μπορούσε όμως να καταλάβει τι λένε.

Το ταξίδι διήρκεσε αρκετά, πρέπει να είχε περάσει μια, μια ώρα και μίση. Δεν ήταν σίγουρη. Καταλάβαινε ότι για αρκετή ώρα έτρεχαν σε μεγάλη ταχύτητα, Μάλλον είχαν βγει στην εθνική. Μετά πάλι στροφές. Σταμάτησαν.

Ο νεαρός άντρας βγήκε πρώτος και την βοήθησε. Την συνόδεψε στο χώρο. Μπορούσε να νιώσει τη παρουσία κι άλλων ανθρώπων. Σίγουρα ήταν πολλοί άντρες, αλλά ένιωθε και την παρουσία γυναικών. Ακούστηκε κάποια στιγμή μια άλλη φωνή κάποιου αλλού άντρας. Μιλούσε στον ενικό αλλά καταλάβαινε ότι δεν αναφέρονταν μόνο σε εκείνη. Έλεγε να μη βγάλει ούτε να σκεφτεί να βγάλει το κάλυμμα από τα μάτια.

Ο νεαρός άντρας συνέχισε να την συνοδεύει. Το κάλυμμα είχε κουνηθεί ελάχιστα και έβλεπε μόνο ότι γύρω ήταν αρκετά σκοτεινά. Ακόμα και αν το έβγαζε ίσως να μη μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα.

Την σταμάτησε απότομα… Με μια απαλή κίνηση της έβγαλε το λεπτό φόρεμα της. Από μέσα δε φορούσε έτσι και αλλιώς τίποτα… Ένιωσε στα πόδια της από πίσω κάτι σαν τραπέζι κρεβάτι.

«Ξάπλωσε»

Την βοήθησε… και την άφησε. Στο μυαλό της έτρεχαν ερωτικές σκηνές, ερωτικές εικόνες. Και αυτό το σκοτάδι η απόσταση το άγνωστο όσο την φόβιζε άλλο τόσο την ερέθιζε. Σύντομα ένιωσε στο κορμί της τα χάδια κάποιου δεν ήξερε ποιος ήταν πως ήταν, δεν ήξερε τίποτα. Ήξερε μόνο πόσο είχε καυλώσει. Τον ένιωσε να μπαίνει μέσα της. Δυνατός άγριος της άρεσε… σταμάτησε και ξαναμπήκε….

Όχι δεν ήταν ο ίδιος… άλλος ήταν, είχε διαφορετική κίνηση. Η αλλαγή ήταν συνεχής. Ένιωθε καινούρια πέη συνέχεια να μπαινοβγαίνουν μέσα της. Μαζί με τις αλλαγές έρχονταν και οι οργασμοί της. Δε μπορούσε να κρατηθεί ούτε να σταματήσει. Είχε χάσει των αριθμό των φαλών που είχαν εισβάλει στο κορμί της, άλλοτε άγρια άλλοτε τρυφερά άλλοτε άτσαλα και άλλοτε υπέροχα. Τέλειωνε ξαναμπήκε και ξαναμπήκε. Η φωνή της έβγαινε πραγματικά από μέσα της. Δε μπορούσε καν να προσποιηθεί ούτε ήθελε. Ένας ατέλειωτος οργασμός. Στα αυτιά της έφταναν φωνές και από άλλες γυναίκες και από άντρες που άκουγε τις φωνές τους όταν τελείωναν.

Τα χεριά τώρα είχαν γίνει πολλά. Κάποιος είχε βάλει το πέος του στο στόμα της. Άλλοι δυο ήταν στα χεριά της. Και ένας στο ίδιο της. Δεν έχανε μόνο τον αριθμό από τα πέη έχασε και το ποτέ τελείωνε. Της φαίνονταν ατέλειωτο. Άλλαζαν παντού τώρα. Της έσφιγγαν, γλύφανε και δάγκωναν το στήθος της…

Λίγο μετά ένιωσε δυο να τελειώνουν στα χεριά της. Κάποιοι άλλοι τέλειωσαν στο στόμα της και μερικοί στο στήθος της. Άλλοι τόσοι στο πρόσωπο της. Το καυτό σπέρμα την γαργαλούσε που και που αλλά δε μπορούσε να δώσει σημασία πια. Στο μουνι της είχαν μπει αμέτρητοι φαλοί. Τέλειωνε αμέτρητες φορές.

Σιγά σιγά οι φωνές άρχισαν να σιωπούν να χάνονται. Έφυγε και ο τελευταίος από μέσα της. Δε περάσει πολύ ώρα. Ένα δυο λεπτά ίσως. Το άγγιγμα αυτό το ήξερε. Την σκούπισε απαλά. Την καθάρισε. Προσεκτικά άλλαξε το μαντήλι να μη προλάβει να δει κάτι. Την σήκωσε και την έντυσε προσεκτικά. Της φαίνονταν αδύνατον να κρατηθεί στα πόδια της.

Δυο μέρες μετά στο σπίτι θυμόταν τα τελευταία λόγια τους λίγο πριν μπουν στη λιμουζίνα όπου εξαντλημένη έπεσε στην αγκαλιά του.

«Μην ανησυχείς, θα σε πάω σπίτι ασφαλή, ελπίζω να πέρασες καλά»




«Την ιστορία την σκεπτόμουν χτες το βράδυ. Μπορεί να σου θυμίζει κάτι γνωστό, κάπου να την έχεις ξανακούσει. Είναι γιατί δεν είναι ολότελα φτιαγμένη από εμένα. Είναι πολλές ιστορίες μαζί που με αγγίζουν χρόνια τώρα. Όλες μαζί σε μια με αρκετές δικές μου πινελιές. Σκέφτηκα ότι πρέπει να το ξέρεις» useme

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Βασικά δεν το πίστευα όταν μου το είπες (η άπιστη – η δύσπιστη). Δεν ξέρω αν αισθάνομαι κολακευμένη ή σοκαρισμένη… θα επανέλθω