Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Ένα Σάββατο στην παραλία

πρέπει να τους φάνηκε ότι δεν ήταν καλός ο καιρός και αυτό το Σάββατο η ήταν μισοάδεια. Ήπια τον καφέ συνήθως και διάβασα μια ιστορία ακόμα. σαμαρά να δοκιμάσω τα νερά. αποφάσισα κάνω την ίδια περίπου διαδρομή με τα πόδια. η παραλία είναι αρκετά μεγάλη ίσως ένα ή και δύο χιλιόμετρα, όμως κανείς σχεδόν ποτέ δεν την απολαμβάνει πέρα από τα πρώτα διακόσια τριακόσια μέτρα. είμαστε ομαδικό ών και δεν προτιμάμε εύκολα τα μοναχικά. καιρό όμως τώρα κάθομαι εδώ μόνος χαιρετώντας κανένα φίλο που και που όταν αποφασίσει να εμφανιστεί το μεσημέρι που είναι ήρεμα στην παραλία.


 πέρα  από τον πολύ κόσμο η παραλία έχει κάτι βράχια και ίσως για αυτό κανείς σχεδόν δεν συνεχίζει πέρα από το μαγαζί στην άκρη της τελευταίας αμμουδιάς. άφησα τα πράγματα μου στο τραπεζάκι και περπάτησα  προς το έρημο της παραλίας. ο ήλιος παρόλα τα σύννεφα έψησε την γκρίζα άμμο αλλά ποιος νοιάζεται. αυτά είναι τα ωραία του καλοκαιριού. στα μισά της ερημιάς και λίγο παραπέρα αχνοφαινόταν μια λευκή ομπρέλα. πάντα υπήρχε ένας το πολύ δύο που θα άραζαν εκεί. μέχρι εκεί φτάσω σκέφτηκα και θα γυρίσω. 

φαντάστηκα ότι στην ομπρέλα θα είναι κανένα μοναχικό και θα τους κάνω χαλάστρα στην ερωτοτροπική μοναξιά τους. όσο όμως μάλλον έκανα λάθος. ένα μόνο γυναικείο κορμί να βασανίζει το δέρμα του στις  καυτές ηλιαχτίδες Νεανικό, φρέσκο και μάλλον ευωδιαστό από νιότη, ή έτσι μου φάνηκε. Γιατί; εσύ τι είσαι; γερασμένος; δε ξέρω μπορεί. μπορεί για τη κοινωνία να είμαι και ‘γω ακόμα νέος αλλά μπορεί και οχι. πάντως συνήθως νιώθω παιδί αλλά πολλές φορές νομίζω ότι μιλώ σα συνταξιούχος δάσκαλος.

 πριν καν πλησιάσω αρκετά κοντά είχε γυρίσει ανάσκελα. στηρίχθηκε στους  αγκώνες της για αρχή  και σύντομα στάθηκε όρθια. κοίταξε λίγο προς εμένα αλλά ήμουν ακόμα μακριά για να πει κανείς οτιδήποτε. τι υπέροχο κορμί σκέφτηκα. λεπτό και όπως άλλοι λένε λυγερό,  ωραίες αναλογίες στα πάντα. μακριά πόδια και κορμί χωρίς να ξεστομίζει υπερβολές σε τίποτε. τα μαλλιά της μαύρα και δεμένα με πρόχειρο τρόπο πάνω να φαίνονται όλα της τα χαρακτηριστικά του λαιμού, των ώμων της. το μόνο της ένδυμα ένα λευκό χαλαρό μπικίνι από αυτά με τα κορδόνια και τον κόμπο στο πλάι. δεν ήταν από αυτά που άφηναν τις λεπτομέρειες στο μάτι αλλά και λίγο στην εικασία και φαντασία. κάλυπτε  όσο έπρεπε. τι όμορφο θέαμα. απέριττο, χωρίς πλαδαροτητες και χωρίς αυτή την υπερβολή της ανάδειξης του εσωτερικού μας συστήματος. όπως το σκέφτηκα ε; ε ναι "τι ωραίος τέλειος κώλος" ήταν αυτός. μα πάνω απ όλα το λιγότερο ήταν αυτό.

"ωραίο στήθος" είπα με σοβαρό λίγο άνετο ύφος. μάλλον θα ήταν οι μοναξιες, η απόσταση από την τελευταία φορά, ίσως και η απομυθοποίηση του σεξουαλικού φόβου του ανθρώπου. στο κάτω κάτω όλοι το ίδιο αποτέλεσμα επιθυμούμε. αλλά αρκετοί από εμάς δεν ξέρουμε να το αποκτήσουμε τόσο εύκολα όσο μπορεί να γίνει. περίμενα κάποια απαξίωση στο σχόλιο μου και την πήρα μάλλον, με λέξεις όμως. "το ξέρω" απάντησε με τα χέρια στη μέση. Χέρια στη μέση. Καμία μορφή ουσιαστικής άμυνας απαντά η γλώσσα του σώματος. Ίσως όμως αυθάδιασμα για κάτι που πολλοί πριν από εμένα θα έχουν ξεστομίσει με τον ένα τρόπο ή τον άλλο. “Και γιατί τόσο απομακρυσμένα από τον υπόλοιπο κόσμο” ρώτησα. Μάλλον δεν κρατιόμουν και όσο να ναι τα μάτια μου αρκετές φορές καρφώθηκαν στο γυμνό της, με τα λευκά σημάδια από το μαγιό στήθος. “Για κάτι τύπους σα και σένα” συνέχισε το υπεροπτικό ύφος. Όμως σε μια τέτοια περίπτωση ή δεν απαντάνε και γυρίζουν αλλού ή καλύτερα κανένα “αντε παράτα μας” και φεύγουν ή στην προκειμένη ντύνονται. Σίγουρα δεν κάθονται με τα χέρια στη μέση και το στήθος να το βλέπεις όσο πιο καλά μπορείς. “Τι έχουμε εμείς αυτοί οι τύποι που λες” συνέχισα. “Δε ντρέπεστε και κοιτάτε χωρίς ενδοιασμούς φέρνοντας σε δύσκολη θέση την κοπέλα” τα λιγούρια εννοούσε. Ήταν σίγουρη ότι πήγα μέχρι εκεί για να την τσεκάρω. Αυτό ήταν αλήθεια εν μέρη. Είναι αλήθεια από τη στιγμή που την είδα προ ολίγου ξαπλωμένη μπρούμυτα να κοκκινίζει στον ήλιο. Αλλά δε περίμενα ομολογώ ότι θα είναι γυμνόστηθη ή ακόμα καλύτερα ότι θα γυρίσει και θα σηκωθεί έτσι μπροστά μου. Πρόκληση... στο μυαλό μου μόνο πρόκληση μου μύριζε η κουβέντα και η στάση. Τι είδε πάνω μου και με προκάλεσε; Ήμουν ο μόνος που της μίλησε έτσι σε μια ερημιά; είπα κάτι ιδιαίτερο; Για την ομορφιά μου και τα κάλλη μου δε διακρίνομαι, δε μου την πέφτουν δηλαδή όπως σε άλλους ή μου τρίβονται στα καλά καθούμενα, δε μου ζητάνε στα ξαφνικά τηλέφωνα ή τέλος πάντων κάτι τέτοιο. ή μήπως δεν ήταν πρόκληση. Δε με ένοιαζε. Παίζω το παιχνίδι όπως θέλω. 

“Αν ήμουν όπως λες, ίσως και να έβαζα το χέρι μου στο υπέροχο στήθος σου”. Μου απάντησε κοφτά ότι δε θα τολμούσα και στο μυαλό μου αυτό ήταν μεγαλύτερη πρόκληση, αφού δεν έκανε κάν κίνηση να κρύψει την γύμνια της. Άπλωσα το χέρι μου, έκανε μια μικρή κίνηση προς τα πίσω, αλλά δε το λές και βήμα να μην την φτάνω. Μπορούσε όμως. Δροσερό και απαλό, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά λίγο πιο δυνατά. Πόσο ίδιοι είμαστε οι άνθρωποι, σκέφτηκα. Ίσως αυτές οι σκέψεις πέρασαν αστραπιαία καθώς αστραπιαίο ήταν και το χαστούκι της. Πόνεσε αλλά όχι τόσο. Το χέρι μου δεν έφυγε από το στήθος της αλλά ούτε έκανε κίνηση να μου το διώξει. “Αυτό αξίζει και γευσιγνωσία” απάντησα στο θυμωμένο βλέμμα της. “Ούτε αυτό να τολμήσεις” απάντησε πιο έντονα. Σα να με ένοιαζε... Έσκυψα στο στήθος της και χωρίς να πάω το χέρι μου άρχισα να το φιλώ αργά και απαλά. Να το γευτώ όσο μπορώ. Τόσο δροσερό και τόσο εύγευστο που ήταν, δεν άντεχα να μη συνεχίσω. Ένιωθα ίσως όπως κάποιος λιγωμένος που η χαρά του αναβλύζει μπροστά στο πιο γευστικό γεύμα της ζωής του. Σηκώθηκα και την κοίταξα. Κι άλλο χαστούκι με το άλλο χέρι τώρα. Μα καμία κίνηση να φύγει. Έβαλα το χέρι μου στη μέση της, την τράβηξα. “Άσε με, μην τολμήσει να κάνεις τίποτα, θα βάλω τις φωνές” μου είπε, αλλά όχι τόσο δυνατά που να δείχνει φόβο. Μπορούσε να φωνάξει. Η παραλία μπορεί να ήταν μοναχική αλλά δεν ήταν και η ερημιά στη μέση του πουθενά. Κάποιος θα άκουγε, κάποιος θα έτρεχε και σίγουρα εγώ θα τα παρατούσα. Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Έσκυψα και της δάγκωσα το λαιμό που μόλις είχε πάρει λίγο χρώμα από τον ήλιο. Ένιωθα το στήθος της στην παλάμη μου, και το απαλό δέρμα του κορμιού της με  το άλλο. Τι υπέροχο στήθος. Έσκυψα ξανά να το γευτώ. Άσπρο, με ροδαλές ρόγες πεταχτές όσο χρειάζεται. Σχεδόν εφηβικό αλλά λίγο πιο μεγάλο. Είχα κολλήσει πάνω της. Είμαι σίγουρος ότι με ένιωθε πόσο σκληρός είχα γίνει. Όσο γευόμουν το στήθος της, αποφάσισα να συνεχίσω. Χαμήλωσα το χέρι μου σχεδόν μέσα από το μπικίνι της. Έκανα μια παύση “Όχι... μη συνεχίσεις...” την άκουσα να αχνολέει. Ακριβώς, δεν φώναξε, ούτε ήταν επιτακτική. Ένιωθα την καρδιά της να χτυπά, και τη φωνή της απαλή και χαμηλή. Μπορούσε να φωνάξει, να κάνει οτιδήποτε. Αντίσταση καμία. Το γιατί δεν άργησα να το μάθω. Τα δάχτυλα μου γλίστρησαν μέσα από το μπικίνι. Δέρμα δροσερό, απαλό χωρίς ψεγάδι. ψηλάφισα, μόνο λευκό δέρμα μέχρι που άρχισε να μαλακώνει και είχα την απάντησή μου. Τα δάχτυλα μου γλιστρούσαν, τόσο που δεν το περίμενα καθόλου όσο και να ήθελα δε μπορούσα να τα κρατήσω γύρο της. Γλιστρούσαν από παντού μέσα της. 

Τράβηξα το χέρι μου και έπιασα το ένα κορδόνι από το μπικίνι. Ένας απλό κόμπος που λύθηκε τόσο εύκολα. Μισογδυθηκα. Δεν άντεχα πολύ ακόμα έτσι, έπιασα το μηρό της και τον έφερα πάνω μου, σχεδόν γύρο από τη μέση μου. Την άκουσα να βαριανασαίνει, Μπήκα μέσα της. Τυλίχτηκε πάνω μου. Πόσο ελαφριά μπορούσε να είναι; Συγχρονίσαμε τις κινήσεις μας. Εκεί στο όρθιο συνεχίζαμε. Σκέφτηκα ότι μερικοί περίεργοι μπορεί να έφταναν απροσκάλεστοι να δουν το θέαμα από πιο κοντά. Γονάτισα και σιγά σιγά χωρίς να βγω βρεθήκαμε στην δροσερή από τη σκιά της ομπρέλας άμμο. Θα κρατηθώ... θα απολαύσω τη διαδρομή μέχρι το ΄τέλος εκείνης. Εκείνης της άγνωστης με το αύθαδες νεανικό της στήθος, με το υπερβολικά υγρό της αιδοίο Γλιστρουσα μέσα έξω της, σχεδόν βασανιστικά φανταζόμουν. Ένιωσα τα νύχια της στο λαιμό και στην πλάτη μου. Τα πόδια της και η κοιλιά της σφίχτηκαν πάνω μου αρκετές φορές απότομα. Κρατήσου... κρατήσου. Τελευταίος σπασμός και πιο δυνατός, δε φώναξε τόσο, αλλά την ένιωθα να τρέμει χωρίς σταματημό. Ένιωθα το στενό σφίξιμο, θα μπορούσα να πονάω, δεν πρόλαβε να χαλαρώσει, βγήκα απότομα, έκανα μια κίνηση να φτάσω όσο πιο κοντά μπορούσα στο στήθος της να τελειώσω. Τα κατάφερα. Μάλλον έφταιγε και η αγαμία που είχα τόσο καιρό. Γέμισα τα λευκά της στήθη με τις ροδαλές ρόγες και την κοιλιά της. 

Σηκώθηκα σχεδόν αμέσως. Έριξα μια βουτιά και ξεπλύθηκα. Την κοίταξα καθώς ξεκουραζόταν και χάιδευε το στήθος και τη κοιλιά της. Βγήκα και περπάτησα προς τον κόσμο. Σταμάτησα στη μέση της διαδρομής και κοίταξα πάλι. Με κοίταξε, έκανε μια βουτιά. Γύρισα και έφυγα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: