Δεν το έχω...

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Ικανοποιημένος ακόμα μια φορά ξάπλωσε δίπλα στο καυτό κορμί της. Μόλις τον είχε τελειώσει όρθιο με ένα δυνατό στοματικό έρωτα. Ακόμα δεν είχε περάσει από το πέος του το μούδιασμα που ένιωθε κάθε φορά από τα δάχτυλά της και τα σφιχτά της χείλη. Κι όμως ακόμα μια φορά καθυστέρησε να τελειώσει. Του φαινόταν τόσο παράξενο να συμβαίνει αυτή η καθυστέρηση μαζί της. Εκείνη ήταν ότι πιο κοντινό είχε πάντα στις φαντασιώσεις του, αλλά ακόμα και αυτό δεν τον έφτανε εύκολα στον ποθητό οργασμό. Σκέφτηκε πως ίσως το ίδιο να συμβαίνει περίπου και σε εκείνη, καθώς να την τελειώσει του μοιάζει δύσκολο και πολλές φορές κουραστικό. Παρότι από τη ζωή του είχαν περάσει αμέτρητες γυναίκες εδώ κώλωνε. Δεν ήξερε πως να αντιδράσει, πως να συμπεριφερθεί. Ο οργασμός της, ενώ του ήταν το απαραίτητο κομμάτι στο παζλ τους, κάπου πάντα ήταν χαμένος και προσπαθούσε να τον βρει βάζοντας σε λειτουργεί όλες τις γνώσεις και τις ικανότητες του.

Σήμερα πάλι της πήρε ώρα να τελειώσει. Το έβλεπε στην έκφρασή της πως δεν μπορούσε. Έβλεπε τους μυες της να συσπούνται σα να κοντεύει και να χάνετε όλη η μαγεία, όλη η απόλαυση. Εκεί πάνω στην κρίσιμη στιγμή το μυαλό της έδειχνε να χάνετε αλλού να ξεφεύγει σε σκέψεις άσχετες. Ίσως και να είχε προσποιηθεί κάποιες φορές ίσως και όχι. Η σιγουριά της αργότερα ποτέ δε του άφηνε αμφιβολίες. «καλύτερα να μην τελειώσω παρά να προσποιηθώ’ θα του έλεγε χαρακτηριστικά όποτε την ρωτούσε.

Κι όμως ένιωθε την καύλα της κάθε φορά. Τα καυτά υγρά της κάλυπταν το πέος του και οι μύες της το έσφιγγαν με μανία. Ακουμπούσε το στήθος της και αυτό σκλήραινε μάζευε και έπαιρνε μια αλλόκοτη μορφή σα να ήταν έτοιμο να σκάσει. Κρατούσε το λυγερό κορμί της το αρχαιοελληνικά σμιλευμένο και ήθελε από μέσα του να βγάλει όλο του το είναι και να την πλημμυρίσει. Πολλές φορές θα γινόταν άγριος μαζί της και θα τράνταζε το κορμί της νιώθοντας έναν άλλο εαυτό να πηγάζει από μέσα του. Σαν να έβγαινε το κτήνος που κρύβει και να την κατασπάραζε ολόκληρη. Τόσο δυνατός ήταν πάντα ο ερεθισμός τους. Κι όμως εκείνη την τελευταία στιγμή, σαν αέρας όλα χάνονται. Κάτι δε δένει, αυτή η έντονη επικοινωνία των δυο κόσμων χάνεται και παράσιτα εμφανίζονται.

Λίγες ήταν μέχρι τώρα οι φορές που βρέθηκαν μαζί και το πάθος τους ενώθηκε και τους οδήγησε μαζί σε δυνατούς οργασμούς. Ή μήπως όχι; Οι σκέψεις του, έτρωγαν το μυαλό του διαρκώς. Τι μπορούσε να είναι αυτό που τους ενώνει τόσο έντονα κι όμως του χωρίζει εκείνη τη στιγμή σα να μην υπάρχει τίποτα ανάμεσα τους.

Ο καιρός περνούσε και ένιωθε τα συναισθήματά της να μεγαλώνουν και να φουντώνουν. Μάλιστα κάποιες φορές την ένιωσε, πιστεύει, να τελειώνει. Ένιωσε δήθεν τους μύες της να συσπούνται, όπως ήξερε πάντα αυτή τη γνώριμη διαδικασία.

«Μίλα μου επιτέλους, πές μου τι συμβαίνει» της ξεφώνισε μια μέρα πάνω σε ένα μικρό ασήμαντο τσακωμό. Ένιωθε τον εαυτό του ήδη σα να ζεί ένα γλυκό εφιάλτη. Και τότε κατάλαβε από την αύρα της, από τη σιωπή της και τα νεύρα της. Συνειδητοποίησε όσα ο ίδιος έκρυβε από τον εαυτό του. Ο κυρίαρχός εγωισμός του δε τον άφηνε να το δει. Ήθελε πάντα να είναι ο αρχηγός του παιχνιδιού, να ξέρει τι συμβαίνει γύρο του και να μπορεί να το καταλάβει. Όμως αυτό δε μπορούσε να το νικήσει με άμεσες πράξεις ή έξυπνα λόγια και πονηρά τεχνάσματα. Εδώ έπρεπε να περιμένει. Έπρεπε να κάνει μια φορά υπομονή όπως δεν είχε κάνει ποτέ άλλοτε.

Παράξενα καμία φορά τα παιχνίδια της μοίρας μας, της φύσης μας, της ζωής μας της ίδιας. Εκεί που θα τα βλέπουμε όλα υπέροχα, πανέμορφα, αυτή η μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια είναι ικανή να αλλάξει όλο μας το τρόπο. Καμιά φορά πρέπει απλά να παραδεχτούμε ότι εδώ δε φτάνουν οι δυνάμεις μας. Εδώ είναι το όριο και για να το νικήσουμε χρειάζεται υπομονή και ο χρόνος να δείξει τι θα συμβεί.

Κατάλαβε τόσα πράγματα τόσο απότομα. Είχε κερδίσει το συναίσθημά της, είχε κερδίσει τον ερωτά της. Όμως δεν κατάφερε να ανάψει το φυτίλι της η φλόγα του. Δεν είχε την απάντηση στο «κάτι» της, μόνο στα συναισθήματα της. Προσπάθησε αρκετές φορές να βρει αυτό το «κάτι» που θέλει, όμως όλες ήταν αποτυχημένες. Είχε κι άλλες ιδέες μπροστά του να δοκιμάσει, αλλά τι θα τον έκανε να την κερδίσει έτσι ώστε να την ξετρελάνει όπως εκείνος το καταλάβαινε. Το συναίσθημά της.

Κι όμως αυτό το τόσο δυνατό κομμάτι της που το κατείχε, ο καταραμένος εγωισμός του τον έκανε να το απορριπτεί. Όχι του φώναζε ο εαυτός του, δεν είναι αρκετό να κερδίσεις όλα της τα συναισθήματα, χρειάζεσαι να έχεις αυτό το «κάτι» που θέλει, αυτό που θα την κάνει να ανοιχτεί και να σου δώσει όλο της το είναι απλόχερα, αυτό που θα την κάνει να τυλιχτεί και να πιαστεί πάνω σου, σα να είσαι η σανίδα της σε ωκεανό χωρίς στεριά.

-Έχω τα συναισθήματά της, εν καιρό θα μου δώσουν περισσότερα από το «κάτι» που μου λείπει.
-Τα συναισθήματα περνάνε, μέχρι να γίνουν μόνιμα μπορεί να περάσουν χρόνια μπορεί και να μην έρθουν ποτέ..
-Θα το ρισκάρω...
-Και τι θα γίνει με τα δικά σου. Έχεις σκεφτεί πως μπορεί να λείπουν όταν θα απαντήσουν όσα θες τα δικά της.
-Ας είναι και έτσι. Έψαξα πολύ για να φτάσω εδώ.
-Κι αν βρεθεί άλλος με αυτό το κάτι και την κερδίσει.
-Τότε δεν ήταν εκείνη που ήθελα.
-Χαμένος χρόνος;
-Μια ακόμα εμπειρία
-Ψύχρανες την καρδία σου.

Ένιωθε μέσα του πάλι αυτό το κρύο που τον έπνιγε τόσα χρόνια στην αναζήτηση εκείνης που θα τον ζεστάνει. Που θα πάρει το είναι του και θα το εξιδανικεύσει όπως εκείνος το δικό της. Όμως ακόμα δεν ήταν αργά και το ήξερε. Τα μάτια της ακόμα λαμπιρίζουν όταν τον βλέπει και ξέρει πως την έχει στο χέρι του στη καρδία του ακόμα. Οι σκέψεις του τελειώνουν σύντομα κι απότομα. Θα ξαναρχίσουν σε λίγο πάλι έντονες για να έχουν μια απότομη έντονη στάση και πάλι το ίδιο. Όπως άλλωστε και κάθε του ιστορία.

Είναι θέμα χρόνου... Ίσως...


Συνεχύστε..

Ζευγάρια στην άμμο

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Λίγο πριν τη δύση του ήλιου το κόκκινο του φώς έχει χρωματίσει όλο τον ουρανό. Η άμμος ακόμα καίει από το ολοήμερο βασανιστήριο του καυτού ήλιου. Το κορμί της όμως αντέχει ακόμα και το βαθύ της μαύρισμα ανακλά το κόκκινο χρώμα αποκαλύπτοντας όλο της τον ερωτισμό. Χωρίς να αντισταθεί στο θέαμα αυτό την πλησίασε και την γύρισε από μπρούμυτα. Εκείνη χαμογέλασε στο έντονο του βλέμμα
-τι θες τώρα;
-έλα πάμε να βουτήξουμε. Είναι η καλύτερη ώρα τώρα.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε να σηκωθεί. Τον ακλούθησε στα φωτισμένα από τον ήλιο νερά. Η θάλασσα σχεδόν ζεστή και λίγο δροσερή, σε μια κατάλληλη θερμοκρασία για να μείνεις μέσα αρκετή ώρα. Πιάστηκε πάνω του τον αγκάλιασε από πίσω και μαζί προχώρησαν πιο βαθιά. Την απομάκρυνε λίγο από πάνω του και βούτηξε. Εκείνη συνέχισε πιο σιγά και σταδιακά βρέθηκε να κολυμπά δίπλα του. Την έφερε κοντά του και την έβαλε να τυλιχτεί γύρο του. Σχεδόν μέχρι τους ώμους τους έβρεχε η θάλασσα ίσως και λίγο πιο ψηλά. Είχε τώρα τυλιχτεί πάνω του σφιχτά. Φιλήθηκαν και πάλι, αυτή τη φορά κρατούσε πολύ τα χείλι και οι γλώσσες τους μπλέχτηκαν. Του άρεσε να ρουφά τα χείλι της τώρα με την αλμύρα της θάλασσας να τα κάνει ακόμα πιο γευστικά. Δοκίμασε ακόμα μια φορά και τη γεύση της γλώσσας της και πάλι αυτή η αλμυρή γλύκα γέμισε το στόμα του.

Μέσα από το μαγιό του ένιωθε την στύση του ανάμεσα στα πόδια της να την ερεθίζει. Μαζί με το κρύο της θάλασσας ένιωθε ένα δυνατό ερεθισμό να την κατακλύζει. Σε λίγο τα δάχτυλα του βρέθηκαν να παραμερίζουν το μαγιό της.
-Τι κάνεις τώρα;
-θα δεις
-Εδώ τώρα; Μες τον κόσμο
-Ναι τώρα.

Ένιωσε το άγγιγμα του μέσα της βαθιά. Δροσερό και τόσο καυτό που έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να κρατηθεί να μη δείξει τι συμβαίνει. Τα δάχτυλά του την ερέθιζαν τόσο πολύ. Ήξερε που να την αγγίξει ακριβώς να την κάνει να τρέμει. Και τώρα αυτή τη στιγμή μες τη θάλασσα της φαινόταν ακόμα πιο ερεθιστική. Ένιωθε αυτό το έντονό του άγγιγμα να την ακουμπά απαλά και δυνατά να την χαϊδεύει έντονα και τόσο ερεθιστικά που την έκανε να ξεχάσει που ήταν και ποιος ήταν γύρω της. Σταμάτησε και τράβηξε από το μαγιό του το ερεθισμένο του πέος, μπήκε αργά μέσα της καθώς δεν ήθελε με έντονες κινήσεις να φανεί στους γύρο τι συμβαίνει. Οι κινήσεις τους περιορίστηκαν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας όμως η απλή αυτή αίσθηση διαρκούσε όσο μια έντονη βραδιά και για τους δύο.

Τα χέρια του τη στήριζαν και της έδιναν τον ρυθμό που χρειάζονταν. Τα χείλι τους πάλι έμπλεκαν μεταξύ τους και γεύονταν ο ένας την αλμυρά του άλλου. Ένιωθε τα χέρια του να την βαστάνε γερά και να βρίσκονται σ όλο της το κορμί. Την κρατούσε τώρα από πίσω της και έμπαινε μέσα της πιο δυνατά. Δυο δάχτυλα του γλίστρησαν από πίσω και της προκάλεσαν ακόμα περισσότερη ηδονή. Κρατήθηκε γερά πάνω του και κλείνοντας τα μάτια της ένιωσε τον οργασμό της να κυλά στις φλέβες τις. Δεν έδινε πια σημασία αν την κοίταγε κανείς ή όχι. Τον αγκάλιασε δυνατά και σφιχτά και έπνιξε μέσα της μια πολύ δυνατή κραυγή τελειώματος.

Κράτησε και εκείνον μέσα της μέχρι του λίγο ακόμα και ένιωσε το σπέρμα του καυτό να την καίει και το δροσερό της θάλασσας να της δημιουργεί αναστατωτικες εναλλαγές στο κορμί της.

Την άφησε λίγο αργότερα και κολύμπησαν προς την ακτή. Εκείνη βγήκε πρώτη ενώ αυτός την ακλούθησε λίγο αργότερα ξαπλώνοντας δίπλα της πάνω στην δροσερή τώρα άμμο.

Ένα άλλο ζευγάρι μόλις βούταγε στη θάλασσα. Ο ένας ήταν κάποιος που είχε περάσει δίπλα τους προηγουμένως με γυαλάκια αλλά δεν κάθισε πολύ…

Συνεχύστε..

Πρώτη και τελευταία

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Το τελευταίο πράγμα που περνούσε από το μυαλό του είναι πως αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που θα την έβλεπε. Ίσως σε κάποια συζήτηση να του το είχε αναφέρει αλλά εκείνη την στιγμή όλο του το είναι είχε βυθιστεί στη ματιά της, στο πρόσωπό της στο κορμί της. Απολάμβανε κάθε της λεπτομέρεια μόνο κοιτώντας τη. Σα να είχε βρει ότι πιο τέλειο στη ζωή του και δε μπορούσε να το χορτάσει. Την παρατηρούσε και ήθελε τόσο πολύ να νιώσει στα δάχτυλά του το απαλό της δέρμα, την θέρμη του σώματός της. Να αγγίξει το υπέροχο πρόσωπό της.

Ακόμα πιο πολύ τον συνεπήρε το βλέμμα της. Ένιωθε να τον γδύνει, να τον ψάχνει, όπως έκανε ο ίδιος και για εκείνη. Θα είχαν περάσει ελάχιστα λεπτά από τη στιγμή που κάθισαν στο καναπέ ο ένας δίπλα στον άλλο σε εκείνο το μεγάλο καφέ που βλέπει στη θάλασσα. Με το έξτρα φώς του φεγγαριού να ανακλά πάνω της, την φαντάζονταν σα μια μικρή θεότητα που βρέθηκε στο δρόμο του έτοιμη να τον ταξιδέψει σε μέρη άγνωστα ακόμη για εκείνον.

Η ώρα περνούσε και όσο και να μιλούσαν για αδιάφορα θέματα, τόσο πιο πολύ χάνονταν μέσα της. Κάποια στιγμή σταμάτησε να βγάζει και νόημα ο λόγος, είχε ζαλιστεί από το κοίταγμά της. Τον μάγευε η παρουσία της ολόκληρη. Όμως κίνηση να την ακουμπήσει, να την τραβήξει πάνω του δεν έκανε. Του το είχε ζητήσει η ίδια να αντισταθεί να μην τη σαγηνεύσει άλλο γιατί δεν έπρεπε. Αυτή η σκέψη τον έτρωγε όλο και πιο πολύ. Πώς να της αντισταθεί, πώς να μην παρασυρθεί και να χαθούν ο ένας στον άλλο, να γίνουν αυτό το δυνατό «ένα», να αλληλοσυμπληρωθούν. Χωρίς να το καταλάβουν είχαν περάσει ώρες μαζί και αποφάσισαν να φύγουν.

Στο δρόμο χωρίς να το έχει καν καταλάβει την κρατούσε αγκαλιά και εκείνη περπατούσε δίπλα του σαν να ήταν μαζί χρόνια. Ήθελε να ξέρει πολύ τι σκέφτεται εκείνη την ώρα αλλά μόνο να μαντεύει μπορούσε.

Περπατούσαν μόνοι τους αρκετά, μέχρι που οι βοές του κόσμου, τα αυτοκίνητα, η φασαρία χάθηκαν. Σε μια κίνηση παράξενή σαν αστραπή κάπως την γύρισε προς το μέρος του, την κοίταξε με όλο του το είναι την έφερε τόσο κοντά του που τα χείλη τους συναντήθηκαν. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπά, και να χέρια της να πιάνονται πάνω του σα να μην θέλουν να τον αφήσουν πότε ξανά. Ποιος παρέσυρε όμως ποιόν τώρα; Το φιλί τους έγινε έντονο, βαθύ, καυτό με γεύσεις που δεν είχαν ποτέ νιώσει. Αυτή η έλξη ίσως και να ήταν στις απαγορευμένες για την τόση της δύναμη που ένιωθαν.

Κρατούσε μόνο το πρόσωπό της με τα δύο του χέρια για να την έχει καθηλωμένη εκεί στα χείλη του, όμως σύντομα ξεχύθηκε πάνω της, την τύλιξε την αγκάλιασε, και άρχισε να ψάχνει το κορμί της. Εκείνη ένιωθε τόσο μουδιασμένη, τόσο έντονα καθηλωμένη που οι κινήσεις της ήταν ακόμα δύσκολες και μικρές. Της έδωσε μια παύση και την κοίταξε, ήθελε να δει πάλι τα μάτια της να τον κοιτούν έντονα. Μα αυτή τη φορά το βλέμμα της ήταν πιο δυνατό πιο ποθητό από πριν. Συμμετείχε και αυτή στην αποπλάνηση. Δεν την αποπλανούσε εκείνος, η ίδια τον είχε παρασύρει σε ένα έντονο πάθος.

Την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε σε μια σκοτεινή γωνιά του δρόμου. Ίσα ίσα το φώς του γεμάτου φεγγαριού περνούσε να φωτίσει τα πρόσωπά τους. Έπιασε τα δυο της χέρια και τα κόλλησε στο τοίχο. Μια ανάσα ξέφυγε από μέσα της έντονα. Ζύγωσε να την φιλήσει όμως εκείνη γύρισε το πρόσωπο της και χαμογέλασε. Προσπάθησε ξανά αλλά πάλι εκείνη τον απέφυγε. Όσο τον απέφευγε τόσο τον προκαλούσε να γίνει πιο δυνατός, να της κλέψει το φιλί. Άφησε τα χέρια της, την βούτηξε και παρ’ όλες τις αντιστάσεις της, βρέθηκαν τα χείλη τους κολλημένα να πονάνε από την ένταση τους. Τον αγκάλιασε και τον τράβαγε κοντά της. Τα χέρια της κατέβηκαν στη μέση του και με όση δύναμη είχε δε τον άφηνε να απομακρυνθεί χιλιοστό. Τυλίχτηκε πάνω του περνώντας και το ένα της πόδι γύρο του και μετά και το άλλο. Τα σώματα τους σχεδόν κόντευαν να γίνουν ένα. Οι κινήσεις τους συμπλήρωναν τον παθιασμένο τους χορό. Άφησε τα χείλη της και πέρασε στο λοβό του αυτιού τους, κατέβηκε και δάγκωσε το λαιμό της θέλοντας να πάρει όλη τη ζωή που έκρυβε μέσα της. Τα μάτια της έκλεισαν και οι ανάσες της έβγαιναν με πιο γρήγορο ρυθμό. Το δέρμα της τεντώθηκε και κι ένιωσε αυτή την μοναδική ανατριχίλα σε όλο της το κορμί. Μούδιαζε σε κάθε του φιλί σε κάθε του άγγιγμα.

Τραβήχτηκε βίαια ελάχιστα μακριά της. Το χέρι του πέρασε ανάμεσα τους και έλυσε τη ζώνη της. Φάνηκε λίγο να διστάζει στις κινήσεις του, άλλα πόσο να αντισταθεί πια. Ήθελε τόσο πολύ να του παραδοθεί ολοκληρωτικά που ήταν ήδη έρμαιο στις κινήσεις του και στα θέλω του. Άνοιξε απότομα το τζίν της και το κατέβασε αρκετά χαμηλά να μην εμποδίζει. Χάιδεψε τους μηρούς της, να νιώσει αυτή την υπέροχη αίσθηση τους. Έβλεπε πόσο απολάμβανε το χάδι του και τη βασάνισε ελάχιστα πριν ο ίδιος ξελύσει τη ζώνη του και το τζίν του. Τράβηξε το μικροσκοπικό της εσώρουχο κόβοντας το αυτό και την ανάσα της. Ήρθε κοντά της και οδήγησε τον εαυτό του στην είσοδό της αργά. Ένιωθε τη καυτή της ροή να τον καίει και δε μπορούσε άλλο να αντισταθεί. Την καταλάβαινε πως περίμενε να μπει μέσα της. Το αιδοίο της αγκάλιασε το πέος του ολοκληρωτικά σε μια απότομη κίνηση του. Και ο ρυθμός των κινήσεων τους παραχώρησε απόλυτη ηδονή. Όλα ήταν τόσο αργά αλλά και τόσο άγρια ταυτόχρονα. Έμπαινε μέσα της με δύναμη και έβγαινε με βασανιστικό τρόπο. Κάθε στιγμή έρχονταν όλο και πιο κοντά, ανακάτευαν τα είναι τους όλο και πιο πολύ. Τα φιλιά τους γέμισαν τόσο πάθος που θα έσκαγε και η πιο δυνατή καρδιά. Δάγκωνε τα χείλη της και το λαιμό της. Κρατήθηκε από τα μαλλιά της και έμεινε μέσα της να κινείτε σε έντονο ρυθμό. Τα νύχια της τον πονούσαν πάνω από το ρούχο του. Θα μπορούσαν να είναι μέσα του τελείως και να μη το έχει καταλάβει. Η ανάσα της βαριά έβγαζε τη φωτιά από το κορμί της έντονα σε κάθε της ήχο.

Σε μια στιγμή μικρής παύσης μαρτυρικά του ψιθύρισε πόσο πολύ τον θέλει. Κι εκείνος δε δίστασε καθόλου, έγινε μονομιάς δικός της κλέβοντας το κορμί και τη ψυχή της σ αυτό το παραλήρημα του έρωτα που ζούσαν εκείνη τη μοναδική στιγμή.

Έσφιξε τα μάτια της κλειστά και μια βαθειά φωνή βγήκε από μέσα της. Και μετά ξανά και ξανά τραβώντας τον να μείνει μέσα της όσο πιο πολύ όσο πιο βαθειά γίνεται. Ένιωθε τον κόλπο της να τον πιέζει να τον κατακλύζει και πριν προλάβει να ακούσει την τελευταία της κραυγή του πάθους της, το κορμί του την τράνταξε όπως δεν είχε κάνει τόση ώρα. Η βαριά του ανάσα μαρτυρούσε το τέλος του όπως και το κάψιμο που ένιωθε μέσα της. Κανείς δε ξέρει πόση ώρα έμειναν σε αυτή την τελική τους ένωση καθώς τους φάνηκε δύσκολο να αποχωριστούν. Η σκέψη στο μυαλό τους ήθελε συνέχεια μέχρι να μην αντέχουν και τα κορμιά τους να παραδοθούν σε λήθη.

Όταν την άφηνε αργότερα να φύγει αυτή η λάμψη στο πρόσωπό της ήταν ακόμα πιο έντονη ακόμα πιο δυνατή. Έφυγε στέλλοντας του ένα φιλί στον αέρα να το πιάσει.

Συνεχύστε..
 
Ερωτικά, φαντασιόπληκτα, και ανορθόγραφα.... Citrus Pink Blogger Theme Design By LawnyDesignz Powered by Blogger