Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

Μάτια

Η αφόρητη ζέστη ακόμα και τέτοια ώρα τη νύχτα τους ανάγκαζε να φορέσουν ρούχα ανάλαφρα και αρκετά αποκαλυπτικά. Ιδιαίτερα εκείνη θα μπορούσε να πει κανείς πως γοήτευε όλο το κόσμο γύρο της. Δεν ήταν μόνο ανάλαφρο και αποκαλυπτικό το φόρεμα της αλλά την αναδείκνυε ανάμεσα σε όλο το πλήθος. Ίσως βέβαια να ήταν και ιδέα του, ίσως και όχι.

Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια αυτής της ζεστής νύχτας, όμως ήταν αδύνατο να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο. Αν κάποιος τους παρατηρούσε θα καταλάβαινε πως είτε είναι ζευγάρι, είτε τώρα φλερτάρουν. Θα μπορούσαν να καρφώνουν τα μάτια τους ο ένας στον άλλο για ώρες, όμως τους εμπόδιζαν τόσα πολλά και τόσο δύσκολα να ξεπεράσουν εμπόδια.

Αποφάσισε να σταματήσει να κοιτά προς το μέρος της και κάπως γύρισε πλάι σε εκείνη. Φοβόταν, όχι εκείνη όμως. Κάθε φορά που την κοιτούσε μια ανατριχίλα περνούσε στο κορμί της, σαν ένα ρεύμα να τη χτυπά. Θα μπορούσε αυτή τη στιγμή τώρα, άμεσα να είναι δική του. Στο μυαλό της περνούσαν πολλά, όμως τώρα δε μπορούσε να τον δει καθαρά, εκείνος έφυγε από όπου μπορούσε να τον δει πάλι.

Στα χείλη της, ένιωσε το γνωστό γνώριμο φιλί. Ήθελε τόσο να κλείσει τα μάτια της και να το απολαύσει όμως δε μπορούσε. Τα μάτια της, έψαχναν να βρουν εκείνον, η αποτυχημένη προσπάθεια και το χάδι στο κορμί της την παράσυραν. Έκλεισε τα μάτια της, και βρέθηκε κολλημένη στον τοίχο να απολαμβάνει την αίσθηση του ζεστού γνώριμου σώματος πάνω της. Σήκωσε λίγο το πόδι της κα τυλίχτηκε γύρο του. Προκαλούσαν τον κόσμο να τους κοιτάξει για τα καμώματα τους. Ίσως να την πρόσεχε και εκείνος ο άγνωστος που τόση ώρα έψαχνε. Ένιωθε να καίγετε ώρα με την ώρα. Ανάμεσα στο απαλό δέρμα των ποδιών της τον ένιωθε σκληρό να τρίβεται πάνω της να την πιέζει. «Πάμε έξω» του ψιθύρισε, όπως ένιωθε το ερεθιστικό του δάγκωμα στο λαιμό της. «Πάμε, έχει ξαπλώστρες δε θα μας βλέπουν… Πολλοί τουλάχιστον» επέμεινε με ένα σπινθηροβόλο βλέμμα. Τα μάτια της τόσο έντονα θα μάγευαν ακόμα και τον πιο δύσκολο η απαιτητικό άντρα.

Βρέθηκαν σε μια ξαπλώστρα λίγο πιο δίπλα στο κύμα. Το ανάλαφρο της φόρεμα εύκολα το σήκωσε και τράβηξε το μικροσκοπικό της εσώρουχο. Η όμορφη, και γλυκιά όψη των χειλιών της τον κρατούσε μόνιμα ερεθισμένο, μαζί με το μαγευτικό της πρόσωπο. Με τα δάχτυλά της απαλά και γρήγορα τον, χάιδεψε, του έλυσε το παντελόνι και τράβηξε έξω το ερεθισμένο σκληρό του πέος. Τον έπιασε σφιχτά, τον τράβηξε σχεδόν μέσα της, «Σκίσε με, πήδα με Τώρα» Εκείνος γλίστρησε απότομα μέσα στον ανοιχτό της κόλπο, τόσο ερεθιστικός όπως πάντα.

Όπως πάντα τον ένιωθε μέσα της, τον ήθελε όπως πάντα να την πονά να νιώθει την ορμή του στο υγρό της αιδοίο να την ερεθίζει όπως πάντα. Έκλεισε τα μάτια της έγειρε το κεφάλι της πλάι και μακριά από το κόσμο. Απολάμβανε κάθε χιλιοστό κάθε κίνηση, θα μπορούσε όπως πάνα να τελειώσει εκείνη τη στιγμή δυνατά αρκετά να την ακούσουν όλοι.

Άνοιξε τα μάτια της αποκαλύπτοντας το λάγνο βλέμμα της. Ότι έβλεπε δεν ήταν όπως πάντα. Τώρα ήταν όλα διαφορετικά, δεν επρόκειτο να γυρίσει να κοιτάξει εκείνον που τώρα βρισκόταν μέσα της. Τα μάτια της καρφώθηκαν σε ένα απρόσμενο βλέμμα. Στο βλέμμα ενός ζευγαριού λίγες ξαπλώστρες παρακάτω. Η ματιά τους μετά από τόσες ώρες συναντήθηκε πάλι. Ο άγνωστος που την γοήτευσε, λίγο παρακάτω την κοιτούσε μ αυτό το ίδιο με εκείνη λάγνο βλέμμα. Ο ίδιος ένιωθε τον ερεθισμό του να τον τυραννά. Ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα, τα χέρια του, κράταγαν σφιχτά τους γλουτούς της. Τα δάχτυλά του γλιστρούσαν αργά μέσα της μαζί με το σκληρό του πέος. Εκείνη από πάνω του να κινείτε στον πιο ερεθιστικό ρυθμό, με την πιο ερεθιστική κίνηση. Ένιωθε να γλιστρά στα υγρά της και τόσο πιο πολύ ήθελε να τελειώσει μέσα της. Όμως το βλέμμα του είχε γείρει στο πλάι είχε συναντήσει την άγνωστη του που τόσες ώρες προσπαθούσε να αποφύγει.

Κανείς τους δε μπορούσε να πάρει το βλέμμα του τώρα και να κοιτάξει αλλού. Μπορεί να μην άγγιζαν ο ένας τον άλλο, όμως ο ένας έμπαινε στον άλλο. Ίσως και να ήταν λάθος, αλλά ο ερεθισμός τους, τους συνέδεε! Οι άλλοι δεν υπήρχαν μέσα τους, πάνω τους, μόνο η αίσθηση τους κυριαρχούσε. Τα μάτια τους αντίκριζαν το καλύτερο θέάμα που θα μπορούσαν ποτέ.

Τα κύματα του οργασμού τους πλημμύρισαν σχεδόν ταυτόχρονα, Αρπάχτηκαν και οι δύο ταυτόχρονα από το ταίρι τους, και ένιωσαν τους σπασμούς να πλημμυρίζουν το κορμί τους. Όλα τα υπόλοιπα γύρο τους χάθηκαν εκτός από το βλέμμα τους. Μόνο για μια στιγμή έκλεισαν τα μάτια τους σα να ήθελαν να φανταστούν τον οργασμό μεταξύ τους!

Η ώρα περνούσε, σχεδόν ξημέρωνε και είχαν επιστρέψει στον λιγοστό πια κόσμο. Περπάτησαν λίγο μόνοι τους μέσα στο κόσμο, διασταυρώθηκαν σε ένα στενό πέρασμα. Εκείνη κοίταξε στα μάτια του εκείνος στα δικά της, το βήμα τους αργό σχεδόν σταμάτησαν ο ένας κολλημένος πάνω στον άλλο. Μπορούσε να την νιώσει τώρα και εκείνη αυτόν. Μπορεί να μην αναγκάζονταν να περάσουν τόσο κοντά όμως και οι δυο το δημιούργησαν να είναι το πιο στενό πέρασμα που χωράν δυο άνθρωποι. Το χέρι του έτρεξε από τη μέση της στη κοιλιά της και λίγο πιο χαμηλά ακουμπώντας ελάχιστα το μηρό της, καθώς ένιωθε το χέρι της να τον χαϊδεύει και να τον αισθάνεται ξανά ερεθισμένο αλλά αυτή τη φορά μόνο για εκείνη όπως εκείνη για εκείνον.

Ίσως το ταίρια τους να τους είδαν, ίσως και όχι.